Ομιλία της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ Νίκης Φούντα, σε εκδήλωση για τις ακτές και τον αιγιαλό

Οι πρώτες πληροφορίες που είχαν έρθει στο φως της δημοσιότητας για το σχέδιο νόμου για τον αιγιαλό, είχαν προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων και όχι αδίκως. Η αναγκαιότητα ενός κανονιστικού πλαισίου για την γραμμή αιγιαλού, με τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ξηλωνόταν σιγά σιγά στα άρθρα του νομοσχεδίου με διατάξεις που ουσιαστικά έδιναν ένα καίριο χτύπημα στην προστασία του περιβάλλοντος και την βιώσιμη ανάπτυξη.

 

 

 Το σχέδιο νόμου δεν κατατέθηκε σε πρώτη φάση, και αυτό σίγουρα είναι μία πρώτη νίκη. Έχει υποστεί κάποιες αλλαγές −ποιες ακριβώς και σε ποια κατεύθυνση δεν γνωρίζουμε− και αναμένουμε να δούμε τη νέα του εκδοχή . 

 

Πριν πούμε το οτιδήποτε για το νομοσχέδιο θα πρέπει να γίνει μια διευκρίνιση. Η παράκτια ζώνη, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, είναι αντικείμενο μεγάλης κακοδιαχείρισης. Δεν θα ήταν σωστό σε καμιά περίπτωση, λόγω της αντίθεσης σε ένα κακό εκ των πραγμάτων σχέδιο νόμου, να πλάθουμε μια ιδανική εικόνα για τη σημερινή κατάσταση ως προς το θέμα των αιγιαλών η οποία δεν θα πρέπει να αλλάξει. 

 

Καταγράφονται: 

 

•ελλιπής εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου,  

•µη τήρηση των διαδικασιών και προθεσμιών κατά την οριοθέτηση αιγιαλού-παραλίας-παλαιού αιγιαλού, 

•μη σύννομη ή καθ’ υπέρβαση παραχώρηση και εκμετάλλευση της παράκτιας ζώνης

•περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην παράκτια ζώνη εξαιτίας παραλείψεων κατά την οριοθέτησή της. 

 

Σε μια παλιότερη έκθεσή του (Νοέμβριος 2013) ο Συνήγορος του Πολίτη εντόπιζε τις αιτίες των παραπάνω προβλημάτων σε παράγοντες όπως η υποστελέχωση και οι τεχνικές ελλείψεις των κατά τόπους κτηματικών υπηρεσιών, αλλά και η απροθυμία ΟΤΑ και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων να υλοποιήσουν την ισχύουσα νομοθεσία και να ασκήσουν τις ελεγκτικές αρμοδιότητές τους. 

 

Σε μεγάλο βαθμό κατά συνέπεια το πρόβλημα της διαχείρισης του αιγιαλού είναι αφενός πρόβλημα πολιτικού κόστους, αφετέρου ζήτημα διοικητικών ελλείψεων. Πρόβλημα –σύνηθες στα καθ’ ημάς− εξορθολογισμού και εφαρμογής της νομοθεσίας όχι έλλειψης νομοθεσίας. 

 

Ενδεικτικά προβλήματα που εντοπίζουμε στις διατάξεις του σχεδίου νόμου είναι μεταξύ άλλων τα εξής: 

 

1.Για την οριοθέτηση λαμβάνονται υπόψη φωτογραφίες της «Κτηματολόγιο ΑΕ» οι οποίες ωστόσο έχουν γίνει στη βάση κριτηρίων αμφισβητήσιμων λόγω μειωμένης ακρίβειας. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ ο καθορισμός του αιγιαλού θα έπρεπε να διαπιστώνει τη «μέγιστη δυνατή ανάβαση του κυματισμού επί της ακτής με την προσφορότερη και ακριβέστερη επιστημονική μεθοδολογία». 

2.Προβλέπεται η καινοφανής παραχώρηση θαλάσσιας ζώνης και υδάτινου στοιχείου. Παράλληλα αίρονται τυχόν εκτατικοί περιορισμοί για παραχωρήσεις αιγιαλού και δεν υπάρχει πρόβλεψη για υποχρεωτική ύπαρξη τμημάτων ελεύθερης ζώνης μεταξύ παραχωρούμενων εκτάσεων. 

3.Η παραχώρηση χρήσης αιγιαλού επιτρέπεται ακόμα και για εκτάσεις που περιλαμβάνουν κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία ιστορικούς τόπους ή προστατευόμενες περιβαλλοντικά περιοχές, τοπία ιδιαιτέρου κάλλους ή ευπαθή οικοσυστήματα. 

4.Προβλέπονται δραστηριότητες που επιτρέπουν μονιμότητα κατασκευών, επιχωματώσεις για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώ αυξάνεται και το επιτρεπόμενο εμβαδόν των θαλασσίων εξεδρών. 

5.Προβλέπεται η νομιμοποίηση αυθαιρέτων στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, την όχθη, την παρόχθια ζώνη και το υδάτινο στοιχείο ποταμών και λιμνών. Να σημειωθεί ότι σε προηγούμενους νόμους για την «τακτοποίηση» αυθαίρετων κατασκευών έναντι αντιτίμου ο αιγιαλός και η παραλία εξαιρούνταν και οι εκεί τυχόν αυθαίρετες κατασκευές ήταν άμεσα κατεδαφιστέες. 

 

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το σχέδιο νόμου επί της ουσίας αγνοεί το διεθνές και εθνικό νομικό πλαίσιο για την προστασία της παράκτιας ζώνης.

 

Οι διατάξεις του σχεδίου νόμου −αν και εφόσον ψηφιστούν− θα προσβληθούν στο ΣτΕ. Θα υπάρξει μια μακρά διαδικασία κατά την οποία το θέμα θα εκκρεμεί. Το πιθανότερο είναι ότι θα υπάρξει δικαίωση και ακύρωση. Δυστυχώς όμως η δόμηση είναι πράξη μη αναστρέψιμη, όπως και η καταστροφή του περιβάλλοντος τις περισσότερες φορές. 

 

Εκκωφαντική είναι και η αγνόηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας καθώς η χώρα μας είναι συμβαλλόμενο μέρος στο πρωτόκολλο της ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών. 

 

Σε μια χώρα που πάγια επιβραβεύει την αυθαιρεσία, οι παρανομούντες τύχαιναν πάντοτε καλύτερης αντιμετώπισης από τους νομοταγείς. Όμως, το νομοσχέδιο «προχωράει» ακόμη παραπέρα και διαμορφώνει δύο κατηγορίες πολιτών: τους ιδιώτες επιχειρηματίες, υπέρ των οποίων το Υπουργείο Οικονομικών σταθερά νομοθετεί, και τους απλούς πολίτες στους οποίους αρνείται να διασφαλίσει ακόμα και το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης και το δικαιικά κατοχυρωμένο κοινόχρηστο χαρακτήρα των ακτών. 

 

Πέρα όμως από την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση του νομοσχεδίου, οι οποίες είναι  άκρως αμφισβητήσιμες, προβληματική είναι και η διάσταση εκείνη της ανάπτυξης την οποία ασπάζεται.

 

Η λογική η οποία ακολουθεί είναι μάλλον μια πάγια κυβερνητική λογική που χωρίς σχεδιασμό επιδιώκει να δημιουργήσει κίνητρα για μια μη κοινωνικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνη επιχειρηματικότητα. Σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αειφόρου ανάπτυξης, το οποίο στηρίζει σθεναρά την προστασία του περιβάλλοντος και την πράσινη ανάπτυξη ως μοχλούς για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και ως βασικούς τομείς επένδυσης για την παραγωγική ανασυγκρότηση, το Υπουργείο Οικονομικών επιμένει στην ασυδοσία, δέσμιο των αντι-αναπτυξιακών μοντέλων άλλων δεκαετιών. Δέσμιο των ιδεολογικών του εμμονών αλλά και συμφερόντων μικρών ή μεγάλων που χρόνια έχουν μάθει να επιβιώνουν παρασιτικά εις βάρος του δημοσίου. Δέσμιο και μιας αίσθησης (ανεπιβεβαίωτης ως τώρα) ότι δίνοντας «κίνητρα-τυράκια», οι επενδυτές θα προστρέξουν για να «απογειώσουν» μια χώρα που θεωρεί ότι θα συγκεντρώσει το ενδιαφέρον αν επιλέξει τη μη ποιοτική και τη μη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη. Είναι σαφές άλλωστε ότι με τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις το ΤΑΙΠΕΔ θα έχει την απόλυτη ελευθερία για μαζική ιδιωτικοποίηση αιγιαλών και παραλιών με ό,τι αυτό συνεπάγεται. 

 

Ωστόσο η εκμετάλλευση της ελληνικής ακτογραμμής δεν είναι μια τυχαία υπόθεση εκμετάλλευσης δημόσιας γης. Οι ελληνικές ακτές είναι ακριβώς –σε συνδυασμό με τον αρχαιολογικό πλούτο− το θεμέλιο της τουριστικής ανάπτυξης. Δεν υπάρχει ελληνικό μοντέλο τουρισμού πέρα και πάνω από τις ελληνικές ακτές. Και το συγκριτικό πλεονέκτημα των ελληνικών ακτών σε σχέση με αυτές της Πορτογαλίας, της Ισπανίας ή της γειτονικής Τουρκίας είναι ακριβώς ότι σε μεγάλο βαθμό έχουν διατηρήσει το φυσικό τους κάλλος. Η εικόνα της ελληνικής παραλίας στο εξωτερικό είναι διαφορετική: Όχι τα χιλιόμετρα των ξενοδοχείων και οι άπειρες σειρές με ομπρέλες και ξαπλώστρες. Η εικόνα είναι τα καθαρά νερά, είναι οι ελάχιστες παρεμβάσεις και οι ανοιχτές παραλίες, είναι τα αρμυρίκια και ο συγκριτικά παρθένος περιβάλλων χώρος. Και είναι ακριβώς αυτή την εικόνα που το Υπουργείο Οικονομικών διαλύει άκρως κοντόφθαλμα.