Τροπολογία 2

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΥ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Η πολιτική συγκυρία: ένα περιβάλλον μόνιμης πολιτικής αβεβαιότητας

Η χώρα διέρχεται μια κρίσιμη καμπή. Δεν είναι μόνο η ύφεση, η ανεργία, η υπερφορολόγηση, η εξαπλωνόμενη ανέχεια, το άδηλο μέλλον: είναι και η βαθύτατη πολιτική κρίση, ο κατακερματισμός και η πόλωση της ελληνικής κοινωνίας. Στο πολιτικό πεδίο, αυτά καταγράφονται με την κυριαρχία από τη μία του συντηρητισμού της ΝΔ και από την άλλη του λαϊκισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Καταγράφονται όμως και από την ανεξέλεγκτη και επικίνδυνη για τη δημοκρατία πορεία της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. 

 

Πρόκειται για ένα πολιτικό περιβάλλον αβεβαιότητας, ανισορροπίας και τυφλών αντιπαραθέσεων που εξοβελίζουν κάθε δυνατότητα ορθολογικής αποτίμησης 

των προβλημάτων της χώρας και υπονομεύουν τη δυνατότητα επίλυσής τους στο μέλλον.

 

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να γίνουν οι κρίσιμες, ωφέλιμες και αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να επενδυθούν κεφάλαια στην πραγματική οικονομία, να ανοίξει ο δρόμος προς μια βιώσιμη ανάπτυξη και να οικοδομηθεί και να στηριχτεί ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Γίνεται έτσι ακόμα πιο δύσκολο να υπάρξουν αποτελεσματικές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, που θα αποβούν σε όφελος της κοινωνίας. Είναι άμεση ανάγκη το κλίμα αυτό να αναστραφεί.

 

Η ΝΔ φέρει μεγάλες ευθύνες για την όλη κατάσταση. Βαρύνεται, ως κυβέρνηση, για τη ραγδαία εξέλιξη και την έκταση της κρίσης στην τελευταία προμνημονιακή περίοδο. Ευθύνεται, με τη στάση που κράτησε ως αξιωματική αντιπολίτευση την περίοδο του πρώτου μνημονίου, για την επιδείνωσή της. Ο Α. Σαμαράς με την αναστροφή που πραγματοποίησε στο δεύτερο μνημόνιο και με το σχηματισμό της τρικομματικής κυβέρνησης, έδειξε να επιλέγει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και να επιδιώκει συνθήκες ομαλότητας. Προϊόντος όμως του χρόνου, αυτή η πολιτική φαλκιδεύεται από τις παραμένουσες πελατειακές, αλλά και αυταρχικές αντιλήψεις και πρακτικές στην άσκηση της εξουσίας.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να πολιτεύεται με όρους ακραίου λαϊκισμού, ενσωματώνοντας στην πολιτική του στοιχεία της πιο παρακμιακής περιόδου του ΠΑΣΟΚ, δεν αναπτύσσει νέα δυναμική. Με αυτήν την πολιτική εξακολουθεί να θέτει σε κίνδυνο την ήδη εύθραυστη πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής και βαθμιαίας ανάκαμψης της χώρας, πράγμα που το αντιλαμβάνεται εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που επιμένει αδιαπραγμάτευτα στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, αντιπαθεί το λαϊκισμό, θέλει να δει τη χώρα να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της και να απαγκιστρώνεται πραγματικά από τα μνημόνια. 

Το ΠΑΣΟΚ φέρει μεγάλες ευθύνες για τις αμαρτίες του παρελθόντος και την αποτυχία της πρώτης μνημονιακής φάσης. Έχει υποστεί τεράστια φθορά λόγω της καταλυτικής συμμετοχής του στις πολιτικές που οδήγησαν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού. Οι όποιες προσπάθειες του, αντιμετωπίζονται από τους πολίτες με δυσπιστία. Σήμερα παρουσιάζει ελάχιστη, αναιμική και ασταθή ανάκαμψη. Δεν μπορεί μόνο του, να προσδώσει προοδευτικό αποτύπωμα στην υπάρχουσα κυβέρνηση, ούτε, βέβαια, να αποτελέσει τον πόλο περί τον οποίο θα επιχειρηθεί η ανασυγκρότηση του χώρου της δημοκρατικής μεταρρυθμιστικής παράταξης. Παρόλα αυτά, αποτελεί ιστορικό και πολιτικό λάθος να ταυτίζουμε το ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ και να το κατατάσσουμε στο χώρο της κεντροδεξιάς εξαιτίας της κυβερνητικής συνεργασίας. 

 

Για την άρση του πολιτικού αδιεξόδου

 

Όσο θα κυριαρχούν η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ και θα εμφανίζεται ισχυρή η Χρυσή Αυγή,  όσο θα κατακερματίζεται και θα συρρικνώνεται ο λεγόμενος «ενδιάμεσος χώρος» - δηλαδή αυτός μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ -, τόσο το μέλλον μας θα διαγράφεται δυσοίωνο. 

 

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, οι δυνάμεις του φιλοευρωπαϊσμού, του προοδευτικού μεταρρυθμισμού και του πολιτικού ορθολογισμού, έχουν χρέος απέναντι στην ιστορία, στην κοινωνία και στη χώρα να παρέμβουν άμεσα και δυναμικά. Να συγκροτηθούν με τρόπο που να αποτελέσουν την εγγυήτρια δύναμη της πολιτικής σταθερότητας, της ευρωπαϊκής προοπτικής και της εξόδου από την κρίση, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο δημιουργικής αναζήτησης, αλλά και επαφής και ώσμωσης με τα υγιή και ελπιδοφόρα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Να επεξεργασθούν ένα σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας. Να πλαισιωθούν με νέα άφθαρτα πρόσωπα, αλλά και ικανούς ανθρώπους της πολιτικής, αδιαμφισβήτητης εντιμότητας και κύρους. Αυτοί, με τις πολιτικές επεξεργασίες και την πρακτική τους να κάνουν τη διαφορά στο ελληνικό και ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό, δίνοντας λύσεις στα χρόνια προβλήματα της χώρας και οδηγώντας στην έξοδο από την κρίση.

 

Κόμματα, κινήσεις και πρόσωπα του κατακερματισμένου αυτού χώρου οφείλουν να συναντηθούν σε μια συζήτηση στην προοπτική συγκρότησης ενός πολυκεντρικού σχήματος των ευρύτερων προοδευτικών δυνάμεων, με πρώτο στόχο τις επικείμενες ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές. 

 

Η έκκληση - πρόσκληση των «58» για την έναρξη διαλόγου των ευρύτερων δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, του φιλελεύθερου κέντρου, της οικολογίας και του προοδευτικού ευρωπαϊσμού υπηρετεί αυτήν ακριβώς της αναγκαιότητα και εντάσσεται στη σταθερή στρατηγική επιδίωξη του κόμματός μας για την ανασυγκρότηση του χώρου.

Η πρωτοβουλία αυτή, δίνει στη ΔΗΜΑΡ τη δυνατότητα να παίξει πρωταγωνιστικό και καταλυτικό ρόλο στην υπόθεση του εγχειρήματος της δημιουργίας της μεγάλης Δημοκρατικής Παράταξης. Τη βοηθά καθοριστικά, ώστε η υπόθεση του τρίτου πόλου, να μην υποβαθμιστεί σε μια υπόθεση απλής διεύρυνσης με κάποιους συνεργαζόμενους, ούτε να αποτελέσει κάποιο είδος τεχνικής συγκόλλησης κομμάτων και σχημάτων, χωρίς καμιά συνοχή και στόχευση κοινής συμπόρευσης. 

Η ΔΗΜΑΡ εκφράζοντας μια σύγχρονη αριστερά, μια αριστερά μη φοβική, μια αριστερά της ανανέωσης και της συμμετοχής, θα αποδεχτεί την πρόσκληση, θα προσέλθει και θα συμμετέχει στο διάλογο με πνεύμα συνεργασίας, χωρίς ηγεμονισμούς και χωρίς εκ των προτέρων αποκλεισμούς, διατηρώντας την πολιτική και οργανωτική της αυτονομία. 

 

Θα επιδιώξει να συνδιαμορφώσει μια στρατηγική για την ευρωπαϊκή πολιτική της χώρας, σε μια εποχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Θα επιχειρήσει να χαράξει τη στρατηγική των συνεργασιών της με βάση την αποδοχή ή όχι των θέσεών της, αφού πρώτα τις θέσει σε γόνιμη συζήτηση. Θα τολμήσει να συμβάλει θετικά και καίρια στη διαμόρφωση ενός σχεδίου εθνικής ανασυγκρότησης, να ανοιχτεί στην κοινωνία, να ακούσει και να ακουστεί.

 

ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ:

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΓΕΩΡΓΑΤΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ

ΓΡΑΤΣΙΑΣ ΝΙΚΟΣ

ΔΕΛΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

ΔΙΟΓΟΣ ΜΑΚΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΑΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

ΖΑΡΑΝΗΣ ΗΛΙΑΣ

ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΓΩΓΩ

ΚΑΟΥΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΛΙΒΑΔΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

ΛΙΟΝΑΡΑΚΗ ΜΥΡΣΙΝΗ

ΜΑΓΕΙΡΟΥ ΕΛΕΝΑ

ΜΑΝΔΑΡΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

ΟΚΛΑΝΤ ΑΣΤΡΙΝΤ-ΖΩΗ

ΣΑΜΑΝΤΑΣ ΤΕΛΗΣ

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΘΟΔΩΡΗΣ

ΤΣΑΚΝΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

ΤΣΙΚΑΡΔΑΝΗ ΝΤΟΡΑ

ΨΑΡΙΑΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ