Συμβολή του Αριστερού Δικτύου στον προσυνεδριακό διάλογο

Οι ιστορικές καταβολές και η προοπτική μας 

Με  την  ίδρυση  της  Δημοκρατικής Αριστεράς  δώσαμε τη δική μας απάντηση στο διογκούμενο  αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για ριζική ανασυγκρότηση του πολιτικού πεδίου και διατύπωση μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης εξουσίας. 

 

Η Ελληνική κοινωνία μας δέχτηκε  ως την  Αριστερά που επιδιώκει να εντάσσει τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες στη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, ειδικά μέσα στις συνθήκες της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης.  Η αντιπαλότητα στο νεοφιλελευθερισμό, η διεύρυνση της δημοκρατίας, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των ανέργων, των νέων, των γυναικών, των μεταναστών, η προστασία του περιβάλλοντος, η οικολογική ανάπτυξη, η δημοκρατική ολοκλήρωση  είναι η  καθημερινή μας επιδίωξη.

   Κύρια  αναφορά μας  είναι οι  δυνάμεις της εργασίας, της γνώσης και της τεχνολογίας, οι δυνάμεις του πνεύματος και του πολιτισμού, που θέλουμε να εκφράσουμε.

Στον πυρήνα των θέσεων μας βρίσκεται το τετράπτυχο “ Δημοκρατικός Σοσιαλισμός – Αριστερός Ευρωπαϊσμός – Μεταρρυθμιστική Στρατηγική – Οικολογική Εγρήγορση ”.  Ιδέες που τροφοδοτούν τους προβληματισμούς μας για την επεξεργασία του προγραμματικού μας λόγου, τη διακυβέρνηση της χώρας και το μέλλον της Αριστεράς.

Αποφύγαμε τον εύκολο καταγγελτικό λόγο και καταθέσαμε το δικό μας εναλλακτικό σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση με στόχο την ανάταξη της οικονομίας, τη μεταρρύθμιση του κράτους και την κοινωνική αλληλεγγύη. 

Τονίσαμε ότι η κατάσταση στη χώρα μας δεν προέκυψε ως νομοτέλεια φυσικών νόμων. Την κρίση δεν την έφεραν τα μνημόνια αλλά οι αδιέξοδες πολιτικές της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. 

Πολιτικές οι οποίες εξέφρασαν και υπηρέτησαν το «συνεπή» και ανελέητο πυρήνα του οικονομικού και κοινωνικού νεοφιλελευθερισμού, διέλυσαν τον παραγωγικό ιστό της χώρας, διαμόρφωσαν καταστροφικά καταναλωτικά πρότυπα, εξάντλησαν τις αντοχές του λαού μας και διέρρηξαν τον κοινωνικό ιστό.

Πολιτικές οι οποίες μας οδήγησαν στα μνημόνια, τα οποία με τη σειρά τους  όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν την κρίση  αλλά τη βαθαίνουν και οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη ύφεση, ανεργία, λιτότητα και αποδόμηση του κοινωνικού κράτους. Βασικές λειτουργίες του δημοκρατικού μας πολιτεύματος βρίσκονται υπό αίρεση προκειμένου να συμπεριφερθούμε “υπεύθυνα”, δηλαδή κατά το δοκούν των αγορών.

Η Δημοκρατική Αριστερά συγκροτήθηκε με βάση την προσπάθεια υπέρβασης ενός βασικού υπαρξιακού διλήμματος της Αριστεράς.  Δηλαδή, της αδυναμίας που τρέφεται από την αποδοχή μιας κατανομής ρόλων  που υποσυνείδητα είχαμε  αποδεχτεί για πολλά χρόνια. Ότι δηλ. η Δεξιά αναλαμβάνει την ευθύνη διαχείρισης της καθημερινότητας των πολιτών, καθημερινότητα επώδυνη για μεγάλες κατηγορίες πολιτών, ενώ η Αριστερά διεκδικεί το μονοπώλιο των αξιών σε ένα ιδεατό τόπο που δεν αντιμετωπίζει κανέναν ανταγωνισμό : τον τόπο της ουτοπίας και των ψευδαισθήσεων. 

Η Δημοκρατική Αριστερά απορρίπτει αυτή τη θέση και προσπαθεί να αποσαφηνίσει τη σχέση των ιδεών της Αριστεράς με το πρόβλημα διεύθυνσης της υπαρκτής κοινωνίας. Δηλαδή, θέτει υπό διαπραγμάτευση τις κυρίαρχες ιδέες μαχόμενη για μια νέα αντίληψη της πραγματικότητας. Αντίληψη που  στοχεύει στην υπέρβαση μιας κοινωνίας κατακερματισμένων συμφερόντων και τη μετατροπή των χώρων προνομίων σε πεδία ίσων ευκαιριών.

Προκειμένου να βρούμε διόδους διεξόδου από την κρίση οφείλουμε να αναμετρηθούμε με το παρελθόν μας, να ριζώσουμε στην κοινωνία, να δώσουμε ζωτικό χώρο στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, να πείσουμε ότι η πολιτική είναι ταυτόχρονα πράξη και ηθική δέσμευση. Οφείλουμε να συμβάλουμε σε ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα που θα δημιουργήσει μια κοινωνία ισότητας ευκαιριών,  πλουσιότερη πολιτισμικά και ηθικά, με μεγάλες καινοτομίες και εκσυγχρονισμούς στο πεδίο της παραγωγής των κοινωνικών, πολιτισμικών και περιβαλλοντικών αγαθών. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να δώσουμε μια νέα διάσταση στη σχέση μεταξύ προσωπικής ευημερίας και κοινωνικής αλληλεγγύης.  Μόνο έτσι μπορούμε επίσης να δώσουμε προοπτική διαρκείας στο κόμμα μας.

 

Η κρίση και οι αιτίες της

Η βαθιά κρίση στην οποία έχει εισέλθει η χώρα μας είναι αποτέλεσμα  πολλών παραγόντων.  Η αδυναμία μας να εκσυγχρονίσουμε το ελληνικό κράτος, η ατροφική παραγωγική βάση της χώρας, οι εγγενείς αδυναμίες της θεσμικής διάρθρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι μεγάλες οικονομικές αναδιατάξεις στην παγκόσμια σκηνή είναι οι κυριότεροι παράγοντες. 

Η μεταπολεμική οργάνωση των δυτικών κοινωνιών στηρίχθηκε σε ένα πολιτικό-οικονομικό συμβιβασμό μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και του κεφαλαίου όπως αυτή κωδικοποιήθηκε στη συνθήκη του Bretton Woods. Οι οργανωμένες, μέσω των συνδικάτων, δυνάμεις της εργασίας  αποδέχθηκαν τη λειτουργία των καπιταλιστικών αγορών και τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας, με αντάλλαγμα την πολιτική δημοκρατία η οποία τους παρείχε τη δυνατότητα κοινωνικής ασφάλειας και σταθερής βελτίωσης του επιπέδου ζωής. Αυτός ο διακανονισμός διήρκεσε για τριάντα περίπου χρόνια (1945-1975) και  τέθηκε υπό αίρεση με την πτώση των ρυθμών ανάπτυξης.  

Το τέλος των “τριάντα χρυσών” ετών έφερε στην επιφάνεια έναν νέο κόσμο: αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, απαρχή της παγκοσμιοποίησης, υποβάθμιση του ρόλου της εργασίας, οικολογική κρίση, ενεργειακή κρίση κ.λ.π. Τα δύο βασικά υποκείμενα διαμέσου των οποίων η Αριστερά ασκούσε πολιτική στις δυτικές κοινωνίες, δηλαδή το εθνικό κράτος και το ταξικό συνδικάτο μπήκαν σε βαθειά κρίση. 

Αφήσαμε πίσω στον εικοστό αιώνα την Ευρώπη της εργασίας, με την έννοια των βασικών υποκειμένων τα οποία αποτελούσαν τους  διαπραγματευτικούς πυλώνες της Αριστεράς απέναντι στο κεφάλαιο. 

Η εκρηκτική άνοδος  των ψηφιακών μέσων επικοινωνίας και της ηλεκτρονικής επέτρεψε τον γεωγραφικό διαχωρισμό των χώρων διεύθυνσης και παραγωγής, συμβάλλοντας ακόμα περισσότερο στην αποδυνάμωση των συλλογικών υποκειμένων της εργασίας. Τα κράτη συναγωνίζονται προς τα κάτω σε επίπεδο φορολογίας, εργασιακών κανονισμών, περιβαλλοντικών περιορισμών προκειμένου να διατηρήσουν την οικονομική δραστηριότητα σε εθνικό επίπεδο.  Τα συνδικάτα αποδυναμώνονται και οι κυβερνήσεις μεταφέρουν στους πολίτες  την ευθύνη χρηματοδότησης για ισότιμη πρόσβαση   σε βασικά κοινωνικά αγαθά (κατοικία, υγεία, εκπαίδευση) προσθέτοντας στο δημόσιο χρέος και το ατομικό χρέος των πολιτών. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο νέες οικονομικές δυνάμεις εισέρχονται στο προσκήνιο. Με προγραμματισμένη εκπαιδευτική και ερευνητική πολιτική,  Κίνα και Ινδία βελτιώνουν τις ικανότητες του εργατικού τους δυναμικού κλείνοντας σιγά-σιγά το επιστημονικό και τεχνολογικό χάσμα με τις πρώην ανεπτυγμένες χώρες. Αυτή η δυναμική έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας σε τομείς χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας των εθνικών κρατών (των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων), αναδεικνύει ως προσωρινούς νικητές τους κατόχους κεφαλαίων  και επιβάλλει την εργασία υψηλής ειδίκευσης ως τη μόνη στρατηγική επιλογή. 

Σήμερα υπάρχουν δύο Ευρώπες: από τη μια μεριά εκείνη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου που πλουτίζει από  την ικανότητά της να εξάγει υπεραξία από την εργασία των άλλων σε παγκόσμιο επίπεδο, και από την άλλη πλευρά η Ευρώπη της εργασίας που πληρώνει το συνολικό κόστος της αλλαγής των παγκοσμίων συσχετισμών δύναμης. 

Σήμερα, τα 80 εκατομμύρια πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ζουν κάτω από  το όριο της φτώχειας αποτελούν το μεγαλύτερο πληθυσμιακό κράτος της γηραιάς ηπείρου. Στη χώρα μας ο αριθμός των ανέργων έχει υπερβεί το 27%. Τα εισοδήματα της μισθωτής εργασίας συμπιέστηκαν δραματικά. Οι εργασιακές συνθήκες χειροτερεύουν. Η ανεργία στους νέους υπερβαίνει το 58%, η γυναικεία ανεργία καλπάζει και μάλιστα σε εποχή που αυξάνει ο αριθμός των μονογονεϊκών οικογενειών. Το κράτος πρόνοιας συνθλίβεται. Η ύφεση είναι βαθιά. Η παραγωγική βάση (εκτός από νησίδες εξαιρέσεων) έχει εξαρθρωθεί. Η προστασία του περιβάλλοντος θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση πολυτέλεια και στην χειρότερη εμπόδιο για την «ανάπτυξη». 

Για τουλάχιστον μια τριακονταετία ακόμα ένα μεγάλο τμήμα του εθνικού εισοδήματος θα το ιδιοποιούνται αυτόματα εκείνοι που δάνεισαν το κράτος τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες. Η Ελλάδα είναι πλέον μια χώρα υπό οικονομική κυριαρχία από δανειστές και εταίρους. Μια χώρα στην οποία η διαγενεακή αλληλεγγύη έχει χάσει το νόημά της. 

Η κατάσταση αυτή στη χώρα μας δεν οφείλεται μόνο στις αλλαγές του παραγωγικού προτύπου που συντελείται σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Είναι αποτέλεσμα του μοντέλου ανάπτυξης και της αδυναμίας προσαρμογής στα νέα τεχνολογικά δεδομένα και τις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις της παραγωγικής βάσης. Προσαρμογή την οποία δεν καταφέραμε να επιτύχουμε παρά τον υπέρμετρο δανεισμό και τους τεράστιους πόρους των διαρθρωτικών και ανταγωνιστικών προγραμμάτων που εισέρρευσαν στη χώρα μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.  

Είναι αποτέλεσμα της αντίληψης ότι το κράτος είναι ένα απέραντο πεδίο συναλλαγής για τη διεύρυνση της κομματικής πελατείας. 

Είναι αποτέλεσμα της αντίληψης ότι το φορολογικό σύστημα όφειλε να στηρίζει μια συγκεκριμένη διάρθρωση εισοδημάτων και να μην επιτελεί τον αναδιανεμητικό του ρόλο  για τον οποίο είναι εξ ορισμού προορισμένο. Σήμερα το κράτος μοιάζει με πεδίο μεταπολεμικής καταστροφής και τα πλείστα όσα συμφέροντα συνωστίζονται γύρω από αυτό αναζητώντας νέους ρόλους.

Η ιδέα της “ισχυρής Ελλάδας”  ως κορωνίδα της οποίας παρουσιάστηκε η διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων, με υπέρμετρο κόστος για τα μεγέθη της χώρας μας και στρεβλή χρήση των πόρων,  κονιορτοποιήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. 

Όποιος πιστεύει ότι με τη συμπίεση, έως εξουθένωση των δυνάμεων της εργασίας μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση πλανάται πλάνην οικτρά. Η διέξοδος από την κρίση θα είναι μακροπρόθεσμη και απαιτεί συνδυασμένες δράσεις για την εξυγίανση της οικονομίας, την αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα, την ανασυγκρότηση της παραγωγής. Η δημοσιονομική κρίση είναι η μία, η πιο εκρηκτική κατάσταση της συνολικής οικονομικής κρίσης. Αλλά η κρίση σήμερα είναι συνολικότερη, είναι κυρίως κρίση αξιών. 

Συνυφασμένη με την κρίση είναι και η μεγέθυνση του νεοναζιστικού μορφώματος.  Το μαχαίρι που δολοφόνησε τον Παύλο Φύσσα ακονίστηκε για πολύ καιρό και έφερε στην επιφάνεια τις σκοτεινές δυνάμεις που στοχεύουν τη Δημοκρατία μας. Η απόφαση της κυβέρνησης  να χτυπήσει το νεοναζιστικό μόρφωμα της ΧΑ αποτελεί σημαντική πρωτοβουλία η οποία πρέπει να έχει εξίσου αποφασιστική συνέχεια. Στην προσπάθεια αυτή οφείλουν να συγκλίνουν όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις  της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, η ενοχική στάση κύκλων της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στις ιστορικές πολιτικές συγγένειες τους με τον χώρο της ακροδεξιάς την ωθεί στον ολισθηρό, για την ελληνική δημοκρατία, δρόμο της θεωρίας των δύο άκρων και δυσκολεύει τη συγκρότηση του αντιφασιστικού μετώπου.

Επί της ουσίας, το χαλί πάνω στο οποίο ξεδιπλώθηκε η φασιστική δράση της ΧΑ υφαινόταν για χρόνια από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του πολιτικού συστήματος, η οικονομική κρίση απλά ξεγύμνωσε τους παίχτες και έδωσε τον πολιτικό χώρο και χρόνο για να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα. Είναι οι πολιτικές και κοινωνικές αιτίες οι οποίες εξέθρεψαν το φαινόμενο  του φασισμού και του νεοναζισμού ενώ η τρέχουσα οικονομική κρίση το έφερε στην επιφάνεια με ορμή. Οι αιτίες του φαινομένου είναι στο βάθος τους ιδεολογικές και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αντιλήψεων από το περιεχόμενο της εκπαίδευσης  μέχρι και την αντιμετώπιση των μεταναστών. Και για το λόγο αυτό απαιτείται μια μακρόπνοη στρατηγική αντιμετώπισή του από τη Δημοκρατία μας.   

 

Η  Δημοκρατική Αριστερά στην Κυβέρνηση

Η Δημοκρατική Αριστερά απευθυνόμενη στον ελληνικό λαό  προεκλογικά  συμπύκνωσε τον πολιτικό της λόγο  στο τρίπτυχο  “για την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, με  την οικονομία ζωντανή  και την κοινωνία όρθια” 

Μπροστά στο φάσμα της χρεωκοπίας το κόμμα μας αποφάσισε τον Ιούνιο του 2012 να αναλάβει υπέρμετρες υποχρεώσεις  σε σχέση και με τη θέση του κόμματος στη διάταξη των πολιτικών κομμάτων, όπως προέκυψε από τις εκλογές, αλλά και τον επιμερισμό  ευθυνών για την ιστορική πορεία που οδήγησε την χώρα στην σημερινή κατάσταση. 

Διαφωνήσαμε με την συμμετοχή στην συγκεκριμένη κυβέρνηση  και θεωρούμε ότι οι εξελίξεις μας δικαίωσαν. Παρά τη διαφωνία μας όμως σταθήκαμε με υψηλό αίσθημα ευθύνης ενώπιον των επιλογών του κόμματός μας και προσπαθήσαμε στο μέτρον του δυνατού να συμβάλουμε στην επιτυχία του εγχειρήματος. 

Οι συνθήκες υπό τις οποίες συγκροτήθηκε η κυβέρνηση, το φάσμα των δυνάμεων που την συναποτελούσαν, οι εγγενείς διαφοροποιήσεις στην αντίληψη των μεταρρυθμίσεων και η ισχυρή αλληλεπίδραση με τις Ευρωπαϊκές διεργασίες έδιναν στην κυβέρνηση εκ των πραγμάτων τον χαρακτήρα του «ειδικού σκοπού». 

Η συμμετοχή της  Δημοκρατικής Αριστεράς στην κυβέρνηση έγινε με πρόθεση την αποτροπή της εξόδου της χώρας από το ευρώ και την αποφυγή της  άτακτης χρεοκοπίας. Δεδομένου ότι επρόκειτο για κυβέρνηση ειδικού σκοπού αναμέναμε ότι στην καθημερινότητα θα διαμορφώνονταν μια κουλτούρα συνεργασίας, συνεννόησης ανεκτικότητας και σεβασμού των προγραμματικών ορίων του κάθε κυβερνητικού εταίρου. Αντί αυτού εισπράξαμε κλίμα αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με την κοινωνία ως αυτή να ήταν μια κυβέρνηση της Ν.Δ. Και ακόμα χειρότερα, το περιβάλλον Σαμαρά προσπάθησε συστηματικά να χρησιμοποιήσει το κόμμα μας ως άλλοθι και μηχανισμό απενοχοποίησης των πολιτικών ευθυνών τους. Οι αποκλίσεις της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής από τη συμφωνία των τριών κομμάτων ήταν μεγάλες, χωρίς κατ ανάγκη αυτό να οφείλονταν στις απαιτήσεις των Ευρωπαίων εταίρων μας και δανειστών μας.  Απουσίαζε οποιοσδήποτε οδικός χάρτης με στόχους και χρονοδιαγράμματα για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την ανασυγκρότηση της σε όλα πεδία (πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό)

Η συμμετοχή μας αυτή όμως ανέδειξε και πλήθος ζητημάτων που αφορούν τη δοκιμασία στην πράξη των ιδεών μας, του προγραμματικού μας λόγου, της αντίληψής μας για τη λειτουργία του κράτους, τη σχέση κράτους-πολιτικών κομμάτων αλλά και τη λειτουργία του κόμματος μας. Και όλα αυτά αποτελούν πλούσια παρακαταθήκη για όλους μας και οφείλουμε να την αξιοποιήσουμε. 

Η συμφωνία μας στην λογική του 4-2-1 για την στελέχωση των θέσεων ευθύνης του κρατικού μηχανισμού αποτέλεσε παρέκβαση από τις βασικές μας αρχές.  Δεν αμφισβητούμε τις καλές προθέσεις αλλά όταν ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο ζήτημα ηθικής στην  πολιτική είναι η κατάληψη του κράτους από τα κόμματα, τότε μπαίνουμε σε σκοτεινές ατραπούς. 

Η αμφιλεγόμενη στάση του κόμματος στα ζητήματα της οικολογίας (βλέπε  εξόρυξη χρυσού Σκουριές Χαλκιδικής, εκτροπή Αχελώου ) έθεσε σε δοκιμασία έναν από τους βασικούς πυλώνες της υπαρξιακής μας υπόστασης.  

Στα ζητήματα της ενέργειας η στάση μας ήταν επαμφοτερίζουσα και διστακτική. Δεν αντιταχθήκαμε έγκαιρα και δυναμικά στην δρομολόγηση της ιδιωτικοποίησης των ενεργειακών δικτύων της ΔΕΗ. Οφείλουμε επίσης να διαλύσουμε τους μύθους περί υδρογονανθράκων αν καλούμαστε να φυτέψουμε πετρελαιοπηγές στην Ολυμπία και τα νησιά των Κυκλάδων δηλ. να θέσουμε σε κίνδυνο τρία συγκριτικά αναπτυξιακά πλεονεκτήματα μας, την πολιτιστική μας κληρονομιά, την βιοποικιλότητα της ελληνικής φύσης, και τον τουρισμό. Δεν είναι όλες οι επενδύσεις παραγωγικές και θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί διότι στο βωμό μιας υποθετικής ανάπτυξης μπορεί να ξεπουλήσουμε τα πάντα, να καταστρέψουμε το φυσικό περιβάλλον αλλά και να καταστρέψουμε κοινωνικές δομές οι οποίες οικοδομήθηκαν με μόχθο δεκαετιών.  

Ξεχάσαμε  ότι όσο ορθές και αν είναι οι πολιτικές επιλογές στην κορυφή, αυτές αποδεικνύονται στο τέλος αναποτελεσματικές αν δεν στηρίζονται  σε κόμματα και κοινωνικά κινήματα  τα οποία εμπνέονται από τις μεταρρυθμιστικές δράσεις και τις εγκολπώνονται.   Χαρακτηριστική η περίπτωση  του υπουργείου διοικητικής μεταρρύθμισης στο οποίο ο αρμόδιος υπουργός μας κατάφερε με συστηματική δουλειά να αλλάξει τη ρητορική που κυριαρχούσε,  και στα ηγετικά κλιμάκια της  Δημοκρατικής Αριστεράς, περί μικρότερου κράτους  και να εδραιώσει την θέση ότι η δική μας αντίληψη βρίσκεται πέρα από το μικρό ή μεγάλο κράτος και επικεντρώνεται στη δημιουργία ενός κοινωνικά δίκαιου, αποτελεσματικού και λειτουργικού κράτους. 

Η αδυναμία και σήμερα ακόμα να καταθέσουν ένα φορολογικό σχέδιο ενιαίο, αποτελεσματικό, απλό και κοινωνικά δίκαιο καταδεικνύει την έλλειψη πολιτικής βούλησης για την μετάβαση στην επόμενη μέρα.

Οι συστηματικές αποκλίσεις από την προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων (ειδικό τέλος ακινήτων, απολύσεις στο δημόσιο...) κατέδειξαν την αδυναμία πραγματικής πολιτικής βούλησης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ για την χάραξη μιας κοινής εθνικής στρατηγικής εξόδου από την κρίση. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης φέρει την ευθύνη για τις αρνητικές εξελίξεις, αδυνατεί, ἠ δεν προτίθεται, να πατάξει τη φοροδιαφυγή και να δομήσει ένα δίκαιο και καθολικό φορολογικό σύστημα. Έτσι όμως η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, συνεχίζεται και τίθεται υπό αίρεση η ίδια η καινοτόμος για τη χώρα μας αντίληψη των κυβερνήσεων συνεργασίας.

Είναι αμφίβολο αν η σημερινή κυβέρνηση διαπραγματεύεται πραγματικά ή υπό την πίεση συγκεκριμένων ευρωπαϊκών και εθνικών συμφερόντων προωθεί ένα σχέδιο αντιμεταρρύθμισης με κύριο στόχο τη συντριβή των δυνάμεων της εργασίας και την αποδιάρθρωση της  συνοχής της κοινωνίας των πολιτών. 

Η αποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς από την τρικομματική κυβέρνηση ήταν μια ορθή πράξη  διότι η συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης είχε αναιρεθεί στην πράξη με αποκλειστική ευθύνη της  Νέας Δημοκρατίας.  Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ηγετικός κύκλος της Νέας Δημοκρατίας επιθυμούσε την αποπομπή μας από την κυβέρνηση στο βαθμό που δεν αποδεχόμασταν τον παθητικό ρόλο του “αριστερού άλλοθι”.  Το ΠΑΣΟΚ πλέον βρίσκεται σε τροχιά πλήρους ταύτισης με τις πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας.

Η περίπτωση της ΕΡΤ συμπύκνωσε μια σειρά αρνητικών εξελίξεων οι οποίες μας οδήγησαν στην αποχώρηση. Απέδειξε επίσης ότι δομές οι οποίες οικοδομήθηκαν στην πορεία δεκαετιών δεν είναι δυνατόν να καταργηθούν και να οικοδομηθούν απ την αρχή εν μία νυκτί. Η συμμετοχή στελεχών μας στο εγχείρημα  της “προσωρινής νέας δημόσιας τηλεόρασης” εκπέμπει επαμφοτερίζοντα μηνύματα.  

Η Δημοκρατική Αριστερά έδειξε ότι, στις παρούσες συνθήκες κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής κρίσης και κυρίως κρίσης αξιών και θεσμών, κατανοεί βαθύτατα την ανάγκη μιας εθνικής συνεννόησης των πολιτικών και κοινωνικών  δυνάμεων. Δίνει ήδη δείγματα γραφής και πράξης υπερβαίνοντας το στενό κομματικό συμφέρον στο όνομα των εθνικών προτεραιοτήτων.  Για να είναι αποτελεσματική όμως μια νέα εθνική συνεννόηση απαιτείται η διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας, με σημαντική την παρουσία της Αριστεράς. Και  τούτο διότι  η αναστροφή της καταστροφικής πορείας και η απαρχή διεξόδου από την πολυδιάστατη κρίση δεν μπορεί να είναι υπόθεση των δυνάμεων οι οποίες έχουν την ευθύνη για τη σημερινή τραγική κατάσταση της χώρας μας αλλά είναι υπόθεση των δυνάμεων που παράγουν, δημιουργούν, επινοούν, καινοτομούν και επιχειρούν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας αλληλεγγύης. 

 

Αριστερά και Μεταρρυθμίσεις

Η χώρα έχει ανάγκη από γενναίες  διαρθρωτικές  αλλαγές με σαφές κοινωνικό πρόσημο, κάτι που με επάρκεια αποτυπωνόταν  στις προγραμματικές θέσεις της  Δημοκρατικής Αριστεράς.  Αντί αυτού ζούμε μια κυβερνητική πολιτική περιοριστική, εισπρακτική η οποία απαξιώνει τις δυνάμεις της εργασίας.

Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε το τι σημαίνει “αριστερός μεταρρυθμισμός”.  Διότι είναι πολύ συχνές οι αναφορές κειμένων και στελεχών του κόμματος στην ανάγκη “μικρότερου, αποδοτικότερου και ουδέτερου κράτους”. Αλλά αυτό δείχνει ότι ωθούμαστε σε πολιτική μετάλλαξη και διολίσθηση σε προσεγγίσεις οι οποίες δεν ανήκουν στην παρακαταθήκη της Αριστεράς.

Η Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της αγωνίζεται για ένα “κοινωνικό κράτος δικαίου”. Ένα κράτος το οποίο μετασχηματίζει τα προνόμια των ολίγων σε δικαιώματα των πολλών και μετατοπίζει τις κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες προς όφελος των  δυνάμεων της εργασίας, δηλαδή των κοινωνικών στρωμάτων που δημιουργούν, σκέπτονται  και επιχειρούν. 

Οφείλουμε επίσης να ξαναδώσουμε νόημα στη σημασία και τον ρόλο των συνδικάτων προκειμένου να αποκαταστήσουμε τον συνδικαλισμό ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας.  

Η ένταση της κρίσης όμως θέτει νέα και πρωτόγνωρα ζητήματα προς επίλυση. Οι παρεμβάσεις ανεξέλεγκτων υπερεθνικών οργανισμών και η απώλεια της εργασίας , η οποία δίνει όχι μόνο υλική αλλά και υπαρξιακή υπόσταση στους ανθρώπους, περιορίζουν δραστικά τα περιθώρια ελιγμών των εθνικών κρατών.

Η εργασία έχει διαχωριστεί, έχει κομματιαστεί, έχει αυτοματοποιηθεί, έχει διασκορπιστεί σε ηπείρους και χώρες (με ελάχιστα εργατικά δικαιώματα), ενώ τα κέντρα της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής διοίκησης έχουν συγκεντρωθεί και αρνούνται ακόμα και τον ρόλο της συνδικαλιστικής διαπραγμάτευσης. Αυτό που δίνει δύναμη στα συγκεντρωμένα συμφέροντα «των αφεντικών» -και ιδίως των χρηματιστηριακών- είναι η ικανότητα και η αποτελεσματικότητα του καπιταλισμού να δημιουργεί πλούτο και σχετική ευημερία, συνήθως για ολίγους. Όμως εκείνο που δίνει δύναμη στα συμφέροντα των εργαζομένων είναι η κοινωνική και οικονομική αξία της εργασίας.

Μέχρι τώρα στον κατακερματισμένο και πολύμορφο χώρο της εργασίας  προνομιούχος συζητητής της Αριστεράς ήταν ένα συγκεκριμένο τμήμα εργαζομένων: κύρια στον δημόσιο τομέα. Η προνομιακή σχέση με αυτό το τμήμα μπορεί να γίνει εμπόδιο στη διαδικασία δημιουργίας σχέσεων με τα στρώματα του κόσμου της εργασίας που είναι στο περιθώριο και υφίστανται την πιο άγρια εκμετάλλευση. Πρόκειται για μια επίπονη προσπάθεια, που από τη μια μεριά θα αντικρούει με ένταση τις συντεχνιακές παραμορφώσεις και από την άλλη θα προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα σχέση με τον κόσμο της εργασίας και να συμβάλει στην εξυγίανση του συνδικάτου και τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης και δημιουργικής πορείας του συνδικαλιστικού κινήματος.

Είναι ανάγκη να καταβάλουμε μια τεράστια προσπάθεια προκειμένου να επεξεργαστούμε την πολιτική μας λαμβάνοντας υπόψη τη συνθετότητα των νέων κοινωνικών αντιθέσεων. Οφείλουμε να συνυπολογίσουμε τη διαφορετικότητα μεταξύ ασφαλισμένων εργαζομένων και αυτών με επισφαλή εργασία ή ανέργων, μεταξύ ντόπιων και μεταναστών,  νέων και ηλικιωμένων, ανδρών και γυναικών.

Χρειάζεται, δε, γι’ αυτό μια καινούργια ιδέα της κοινωνίας, που βασίζεται  σε βιώσιμη ανάπτυξη, στην αξιοποίηση της εργασίας, της κουλτούρας, της έρευνας, των δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος. Και οφείλουμε να το πράξουμε άμεσα. Διότι  υπό τη συνεχή  απειλή μη καταβολής της κάθε επόμενης δόσης σήμερα, η την αδυναμία καταβολής τοκοχρεολυσίων αύριο, οι νομοθετικές παρεμβάσεις είναι βίαιες και ένα τεράστιο αντιμεταρρυθμιστικό κύμα σαρώνει τη χώρα.

Αν συνεχιστούν  οι σημερινές πολιτικές δημιουργείται μια Ελλάδα η οποία δεν έχει σχέση με τα ιδανικά της Αριστεράς και ένα κράτος το οποίο θα το βρούμε σύντομα απέναντί μας και πάλι. 

Είχαμε πει από την πρώτη στιγμή  ότι τα μνημόνια είναι λάθος συνταγή. Σήμερα 3 χρόνια μετά την εφαρμογή τους, και με όρους πρωτόγνωρου πειραματισμού, το συνομολογούν και οι εμπνευστές τους. Η Δημοκρατική Αριστερά  οφείλει να καταθέσει τη δική της πολιτική. Για να το πράξει αυτό όμως οφείλει να διαλύσει συγχύσεις που αφορούν την έννοια της “κυβερνώσας αριστεράς” και να υπηρετήσει με σαφήνεια τα κοινωνικά συμφέροντα τα οποία εκφράζει ιστορικά η Ανανεωτική Αριστερά και οι δυνάμεις της πολιτικής οικολογίας. Κυβερνώσα αριστερά σημαίνει αριστερά έτοιμη να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες όταν οι καταστάσεις το απαιτούν αλλά όχι αριστερά διαθέσιμη να χρησιμοποιηθεί ως αριστερό άλλοθι για αντιλαϊκές πολιτικές.  

 

Αριστερά και Ανάπτυξη

Η ποθούμενη οικονομική ανάπτυξη είναι υπόθεση της προσεχούς δεκαετίας και δεν μπορεί να υπάρξει  παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας χωρίς πολιτικό σχέδιο, συντεταγμένη κοινωνία,  τεχνολογική γνώση, εξειδικευμένο προσωπικό , απασχόληση και ικανοποιητικούς μισθούς. Διαμέσου αυτού του πρίσματος και της συνέλιξης με την κουλτούρα και την οικολογία θα πρέπει να δούμε τη μεταρρύθμιση στο σύνολο του εκπαιδευτικού και ερευνητικού συστήματος της χώρας. Ρόλος μας είναι να δώσουμε σύγχρονο προγραμματικό περιεχόμενο σε μια οικονομικά αποδοτικότερη και κοινωνικά δικαιότερη λειτουργία του παραγωγικού ιστού. 

Υπάρχει όμως ελπίδα, και υπάρχει γιατί η χώρα διαθέτει ικανό προσωπικό σε όλους τους αρμούς των υποκειμένων της παραγωγικής διαδικασίας, επιχειρήσεων και οργανισμών, ιδιωτικών, κοινωνικών και δημοσίων. Κύριο στοιχείο αποτελεί η δημιουργία κλίματος που θα ενθαρρύνει τις πρωτοβουλίες των εργαζομένων. 

Ο εξορθολογισμός των μισθολογίων ήταν αναπόφευκτος στην παρούσα φάση. Αλλά οφείλουμε να περάσουμε σε αναδιάρθρωση των μισθολογίων με πυρήνα την αμοιβή της γνώσης, της προηγούμενης επένδυσης, της απόδοσης, της ευθύνης. Οι εύπορες κοινωνικές τάξεις οφείλουν να συμβάλουν στην προσπάθεια προκειμένου  να ελαφρύνει το συντριπτικό βάρος που έπεσε πάνω στη μισθωτή εργασία. 

Οφείλουμε επίσης να αλλάξουμε και τον τρόπο θεώρησης της ζωής. Να αλλάξουμε τα καταναλωτικά πρότυπα, Να συνδυάσουμε μια νέα αντίληψη του επιχειρείν με τη διεύρυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, του κράτους δικαίου και την προστασία του περιβάλλοντος.

Αν δεν αποκατασταθεί ένα ήθος κοινωνικής υπευθυνότητας δεν θα είναι εύκολο να επιτύχουμε την έξοδο από την κρίση και αειφόρο οικονομική ανάκαμψη.  To να εκπαιδεύουμε συνεχώς τους εαυτούς μας σχετικά με τις κοινωνικές ανάγκες, να παραμένουμε άγρυπνοι φρουροί των δικαιωμάτων των ερχόμενων γενεών πάνω στη Γη και κυρίως να μην ξεχνάμε ότι η αλληλεγγύη αποτελεί την συγκολλητική ουσία της κοινωνίας  αποτελούν βασικά στοιχεία αυτής της υπευθυνότητας.

Η συμπληρωματικότητα ρόλων της κοινωνικής οικονομίας, του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι σημαντική προκειμένου να επιτύχουμε την μέγιστη αποτελεσματικότητα. Αλλά χωρίς απόδοση στον δημόσιο τομέα του ρυθμιστικού ρόλου που δικαιωματικά του ανήκει δεν πρόκειται να πάμε πολύ μακριά. 

Είμαστε ριζικά αντίθετοι στη νεοφιλελεύθερη άποψη η οποία υποστηρίζει ότι τα άτομα πρέπει να αφεθούν ελεύθερα από κανόνες, ηθικές και πολιτικές ευθύνες απέναντι στους συμπολίτες τους. 

Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι σε ιδιωτικοποιήσεις , σε πείσμα μάλιστα της διεθνούς εμπειρίας, που αφορούν τομείς που σχετίζονται με τις  βασικές ανθρώπινες ανάγκες.

Το κόμμα μας απενοχοποίησε το επιχειρείν από τον χώρο της Αριστεράς. Ενθαρρύνει το καινοτόμο πνεύμα και τον δημιουργικό επιχειρηματία. Δεν έχει ανοικτό μέτωπο με την ευημερία αλλά με τη φτώχεια. Στο βαθμό που υπάρχει φτώχεια σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού  και απαιτούνται πόροι για επενδύσεις στην εκπαίδευση, την εργασία, τη νηπιακή φροντίδα, την υγεία, τις υποδομές, τότε η περικοπή φόρων στους πλουσίους δεν έχει ηθική βάση και είναι αντιπαραγωγική.

Η χώρα μας έχει ανάγκη από μια σύνθετη αναπτυξιακή πολιτική, η οποία θα στοχεύει ταυτόχρονα στην ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς και την ανάπτυξη της καινοτομικής επιχειρηματικότητας η οποία θα αντιστρέψει τα αρνητικά εμπορικά ισοζύγια. 

Τα στοιχεία αυτής της νέας πολιτικής   έχουν  όνομα και επώνυμο και λέγονται: ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας – μέτρα που μπορεί να εφαρμοστούν σε μεγάλη κλίμακα και να μειώσουν  μέχρι και το ήμισυ την κατανάλωση, χωρίς να μειωθεί η αποτελεσματικότητα- Α.Π.Ε, βιοκλιματική δόμηση, βιώσιμες μεταφορές, βιολογική γεωργία, αξιοποίηση των γηγενών καλλιεργειών, προστασία της βιολογικής διαφορετικότητας, τακτοποίηση της υδρογεωλογικής κατάστασης των εδαφών κλπ.  Διαμέσου αυτών να διαμορφωθεί μια νέα αντίληψη της ανάπτυξης η οποία θα μας βοηθήσει να βγούμε από την κρίση. 

Ευρώπη και Ελληνική Κρίση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι  αποτέλεσμα των μεγάλων αναταράξεων στη γηραιά ήπειρο τον 20ο αιώνα και της αγωνίας των δύο κύριων παραγόντων της (Γαλλία και Γερμανία) να διαμορφώσουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα απέναντι στις νέες αναδυόμενες  δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας.

Η διαμόρφωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και το ενιαίο νόμισμα ενίσχυσε τις ανταγωνιστικές οικονομίες σε βάρος των ασθενέστερων (60% των γερμανικών εξαγωγών γίνεται στο εσωτερικό της ΕΕ). Η έλλειψη κοινής δημοσιονομικής πολιτικής και θεσμών πολιτικής ενοποίησης απέτρεψε τις όποιες αναγκαίες κινήσεις εναρμόνισης που θα εξισορροπούσαν την αυτονομία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών και τα υπερβολικά ελλείμματα κάποιων κρατών μελών.

Οι ελλείψεις όμως των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών της ΕΕ δεν αποτελούν τη μοναδική αιτία της κρίσης.  Με την είσοδο της χώρας στην ΕΕ και αργότερα στο ευρώ πολλά πράγματα έπρεπε να αλλάξουν στην οργάνωση του ελληνικού κράτους. Παρ όλα αυτά όμως οι κακοδαιμονίες δεκάδων χρόνων παρέμειναν ζωντανές. 

Οι άφθονοι κοινοτικοί πόροι που εισέρρευσαν διαμέσου των διαρθρωτικών και ανταγωνιστικών προγραμμάτων δεν αξιοποιήθηκαν για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης της χώρας.  

Το κράτος παρέμεινε έρμαιο των πελατειακών σχέσεων των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ με αποκορύφωμα την πενταετία διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Όλα αυτά σε συνδυασμό  με  τον μακροχρόνιο υπερδανεισμό και το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης  οδήγησαν στη σημερινή κατάρρευση. 

Η υπόθεση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης βρίσκεται σε κρίσιμη φάση. Η οικονομική ευρωστία της Γερμανίας χρησιμοποιείται από τις συντηρητικές δυνάμεις της χώρας αυτής προκειμένου να διαμορφωθεί μια Γερμανική Ευρώπη.  Η θετική μεταβολή συσχετισμού δυνάμεων στη Γαλλία, με την ήττα του Σαρκοζύ, δεν αποδείχθηκε ικανή από μόνη της προκειμένου να ασκήσει καθοριστικό ρόλο μια οικονομικά ασθμαίνουσα χώρα. Ας μην ξεχνάμε επίσης όταν αναφερόμαστε στον Ευρωπαϊκό Νότο ότι, παρά την κρίση ρευστότητας, η Ισπανία είναι μια χώρα που απευθύνεται σε πεντακόσια εκατομμύρια ομόγλωσσους και η Ιταλία είναι η τρίτη οικονομική δύναμη της ευρωζώνης . 

Στο πλαίσιο της ευρωζώνης οφείλουμε να αναπτύξουμε τη δική μας στρατηγική ανάπτυξης του παραγωγικού τομέα της χώρας.  Να εκσυγχρονίσουμε τον τομέα παροχής και οργάνωσης υπηρεσιών ο οποίος αποτελεί και τον κύριο πυλώνα της σημερινής οικονομίας μας.  Να εξαλείψουμε το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων το οποίο,  από πλεόνασμα περί τα 500 εκ. δολ το 1980  έφτασε σε έλλειμμα περί τα 2 δις ευρώ το 2009.  

Και κυρίως να διαμορφώσουμε μια δεκαετή στρατηγική για την ανάπτυξη της καινοτόμου βιομηχανίας. Χωρίς  μια σημαντική μεταφορά πόρων στον παραγωγικό τομέα με έμφαση στην καινοτομία δεν μπορούμε να ελπίζουμε πολλά. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για να μπορέσουμε να δώσουμε προοπτική στη νέα γενιά. Η Γερμανία. δαπανά το 2.82% του ΑΕΠ για Ερευνα και Τεχνολογία (Ε&Τ), η Φινλανδία πάνω από το 3%, εμείς μόνο το 0.6% για πολλές  δεκαετίες  και αυτό κυρίως ως κρατική συμβολή.  

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μια αναδιάρθρωση της κατανομής πόρων από τα εγχώρια έσοδα σε συνδυασμό με μια πρόσθετη ενίσχυση για αρκετά χρόνια μέσω της μεταφοράς πόρων από τον Βορρά προς τον νότο στο πλαίσιο μιας αναδιάρθρωσης των πολιτικών της ΕΕ. 

Η Ευρώπη έχει ανάγκη από μια πραγματική οικονομική διακυβέρνηση η οποία θα αφορά και τις διαρθρωτικές αλλαγές και την αγορά εργασίας. Προκειμένου να συμβάλουμε όμως θετικά προς αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να τακτοποιήσουμε πρώτα τα του οίκου μας. 

Η χώρα μας πληρώνει βαρύ τίμημα  στην προσπάθειά της να παραμείνει μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και να αποφύγει την χρεοκοπία. Το αντίτιμο των θυσιών του ελληνικού λαού πρέπει να είναι “ευρωπαϊκή ενοποίηση με δημοκρατική οργάνωση, ισχυρή κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη”. Και τούτο διότι σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης οι τριβές μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας, η σύγκρουση καπιταλισμού και δημοκρατίας υπερβαίνουν τα στενά εθνικά όρια και διεθνοποιούνται αποκτώντας μια παγκόσμια διάσταση. 

Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής υπόθεσης σχετίζεται με την έκβαση της σύγκρουσης μεταξύ  του “μερκαντιλιστικού” ευρωπαϊσμού και του αριστερού-προοδευτικού ευρωπαϊσμού. Η κυριαρχία του μερκαντιλισμού στην Ευρώπη είναι συνδεδεμένη με την επιβολή των θεσμικών δομών και των μακροοικονομικών επιλογών που συνόδευσαν τη γέννηση του “ενιαίου νομίσματος”. 

Προκειμένου να ανακτηθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα και σε συνδυασμό με  την αδυναμία υποτίμησης του νομίσματος, ο μερκαντιλισμός οδήγησε στην υποβάθμιση της εργασίας, τον παραγκωνισμό των συνδικάτων, την αφαίρεση της οικουμενικότητας του κοινωνικού κράτους και τον περιορισμό της στοιχειώδους περίθαλψης των φτωχών.  Συνακόλουθα φαινόμενα είναι, η επιβάρυνση της ύφεσης, της ανεργίας, της ανισότητας καθώς και η γενική επαύξηση του δημόσιου χρέους. Η συμπίεση της εσωτερικής ζήτησης και ο γενικός και αποκλειστικός προσανατολισμός στις εξαγωγές  για να προωθηθεί η ανάπτυξη, έχει ως συνέπεια μια αναπτυξιακή ανάκαμψη η οποία όμως είναι ανίκανη να απορροφήσει την απασχόληση. 

Προκειμένου να ανοικοδομήσουμε και να αναδιαρθρώσουμε τις οικονομίες των Ευρωπαϊκών δημοκρατιών που προέκυψαν από τον μεταπολεμικό συμβιβασμό μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, αλλά  επίσης προκειμένου να αποστραγγίσουμε τα λιμνάζοντα βρώμικα νερά στα οποία κολυμπούν οι οπισθοδρομικοί και αντιδραστικοί λαϊκισμού είναι αναγκαία η δημιουργική συνέλιξη δύο παραγόντων:

Πρώτον:  Οφείλουμε να εργαστούμε όχι μόνο για τη σύγκλιση των προοδευτικών-αριστερών ευρωπαϊστών αλλά και για τη συνάντηση με άλλους οι οποίοι από διαφορετική πολιτική και οικονομική κουλτούρα και αντιπροσώπευση συμφερόντων επιδιώκουν την πολιτική και θεσμική ολοκλήρωση της Ε.Ε. σε αντιπαράθεση με τους λαϊκισμούς οι οποίοι επιδιώκουν τη διάλυσή της. Λαϊκισμοί οι οποίοι στην περίπτωση των χωρών της νότιας Ευρώπης διευκολύνθηκαν από τη διαχείριση “ευρωπαϊστών” που κατέλαβαν το κράτος, επιδότησαν τη διαφθορά και δημιούργησαν τα λιμνάζοντα νερά στα οποία κολυμπούν οι λαϊκισμοί. 

Δεύτερον:   Οφείλουμε να εργαστούμε για την αλλαγή πορείας,  μια που μετά την πάροδο 5 χρόνων λιτότητας και υποβάθμισης της εργασίας τα δημόσια ελλείμματα αυξάνονται παντού στη Ε.Ε. Προέχουν οι συμμετρικές διορθώσεις των εθνικών πολιτικών δηλαδή ο συνδυασμός δημοσιονομικών τακτοποιήσεων με δημόσιες παραγωγικές επενδύσεις. Τα ευρωομόλογα, οι επενδύσεις στην καινοτομία, τις υποδομές, την προστασία του περιβάλλοντος απαντούν στις αναγκαιότητες της πραγματικής οικονομίας και στην μεγάλη πρόκληση της απασχόλησης. Η οικολογική αναδιάρθρωση της οικονομίας και της κοινωνίας δίνουν ποιοτικά στοιχεία στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

 Η Γερμανία, κυρίαρχη σε σύγχρονους παραγωγικούς κλάδους της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, μετά από μία δεκαετία, όπου το ενιαίο νόμισμα de facto υπονόμευσε καίρια την παραγωγική βάση των χωρών του Νότου και της Περιφέρειας, επιβάλλει,  πέρα από κάθε αξία, και με αυταρχικές πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες το δικό της νεοφιλελεύθερο μοντέλο, το οποίο θέτει σε κίνδυνο το εξηκονταετές εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ειρήνης στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. 

Η Ευρωπαϊκή Αριστερά και άλλες Ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις και οικογένειες, την ύστατη ώρα, οφείλουν να ξεδιπλώσουν την εναλλακτική πρόταση δημοκρατικής πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης που θα στοχεύει άμεσα στην κοινωνική συνοχή, στην αλληλεγγύη και  στην αειφόρο ανάπτυξη στο όνομα  των γενεών που μας ακολουθούν.

 

Οι διεθνείς οικονομικές αναδιατάξεις,  η οικολογική και η ενεργειακή κρίση

Με  πληθυσμό που υπερβαίνει τα έξι δισεκατομμύρια  και διεκδικεί το δικαίωμα ύπαρξης ενός αντίστοιχου αριθμού αυτοκινήτων, που καταναλώνει 20-30 φορές περισσότερη ενέργεια από τον ίδιο δεν υπάρχουν πολλές επιλογές. Η παρούσα ετήσια κατανάλωση ενέργειας ανά άτομο στις ΗΠΑ είναι 8 ισοδύναμοι τόνοι πετρελαίου ενώ ο αντίστοιχος αριθμός για την Κίνα είναι 1 και για την Ινδία 0.5. Λαμβάνοντας υπόψη την ταχεία οικονομική ανάπτυξη των δύο πληθυσμιακών γιγάντων, οι προβλέψεις δίνουν διπλασιασμό της παγκόσμιας κατανάλωσης εντός των προσεχών 40 ετών. Μπορεί να μην συμφωνούν όλοι με τα καταστροφικά σενάρια για λιώσιμο των αρκτικών πάγων που θα καταστήσουν ακατοίκητες μεγάλες περιοχές του πλανήτη, όλοι όμως νοιώθουν την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας, τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, και τη δραματική αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Αν συνεχίσουμε έτσι, τα οργανικά καύσιμα θα εξαντληθούν σύντομα και ταυτόχρονα θα  καταστρέψουμε την ατμόσφαιρα. Η μόνη λύση επαναφοράς στη ισορροπία είναι ο συνδυασμός αλλαγής του «αναπτυξιακού» μοντέλου και των κυρίαρχων καταναλωτικών προτύπων με την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας - ηλιακή, αιολική, υδραυλική - σε σύντομο χρονικό ορίζοντα. Και είναι ακριβώς αυτή η έννοια του – σύντομου - η οποία απαιτεί μεγάλες ερευνητικές επενδύσεις στους σχετικούς τομείς.  

Οι επιπτώσεις  από την σύγκλιση  αλληλοεξαρτώμενων διαδικασιών όπως - παγκοσμιοποίηση,  κλιματικές αλλαγές και οικονομική  κρίση - βάζουν σε κίνδυνο, εάν όχι την  επιβίωση του πλανήτη, όμως σίγουρα την κοινωνική συμβίωση και συνύπαρξη των ανθρώπων. Αυτό γιατί η εντατική εκμετάλλευση  και υποβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας είναι παράλληλη διαδικασία με την χωρίς όρια εκμετάλλευση και υποβάθμιση της φύσης. Στην ατέρμονη πορεία του για την μεγιστοποίηση του κέρδους, το κεφάλαιο μετατοπίζει τις παραγωγικές διαδικασίες εκεί όπου τα δικαιώματα των εργαζομένων και η προστασία του περιβάλλοντος παρουσιάζουν έλλειμμα.

Είναι εύκολο να λέμε από καθέδρας: λιγότερη μόλυνση, λιγότερη κίνηση, λιγότερους ρύπους, από μια παραγωγική μονάδα που μπορεί να είναι ή να εισέρχεται σε φάση  κρίσης. Αλλά είναι δύσκολο να το πούμε στους εργαζόμενους και ίσως δυσκολότερο να τους πείσουμε. Όμως  αυτή είναι η δοκιμασία  που πρέπει να περάσουμε. Και μπορεί να το κάνουμε μόνο επιδιώκοντας τη δική τους συμμετοχή,  τις δικές τους προτάσεις, τη δική τους επιβεβαίωση στην εναλλακτική πρόταση που βασανιστικά θα συμβάλουμε να μπει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης.

Το οικολογικό ζήτημα είναι θεμελιώδες. Δεν πρόκειται για μια πτυχή της κοινωνικής δραστηριότητας που μπορεί απλά να ενσωματωθεί στη γενικότερη πολιτική μας θεώρηση. Αφορά το γεγονός ότι για πρώτη φορά, η πιο σύνθετη οντότητα που αναπτύχθηκε σ’ αυτόν τον πλανήτη, που είναι απομονωμένος στο διάστημα, δηλαδή η ανθρώπινη ευφυΐα θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη ύπαρξη της ζωής. Μόλυνση της ατμόσφαιρας από τα ορυκτά καύσιμα, κολοσσιαίες καταστροφικές δυνάμεις των πυρηνικών όπλων, αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ νέα προβλήματα βιοηθικής αλλάζουν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. 

Οι αξίες από τις οποίες ξεκινούν οι γενικές μας προγραμματικές προτάσεις δεν προκύπτουν μόνο από την ανάλυση των κοινωνικών, οικονομικών, ιδεολογικών σχέσεων και των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, που ιστορικά γίνονται από το χώρο της Αριστεράς.  Συμπληρώνονται από την οικολογική ανάγνωση και θεώρηση της σχέσεως μεταξύ ανθρωπίνου γένους και φύσης, μεταξύ κονωνικο-οικονομικού σχηματισμού και περιβάλλοντος, δηλαδή με την οικολογική αντίθεση. Η ρήση του μεγάλου διανοητή “Η εργασία είναι ο πατέρας του υλικού πλούτου και η γη η μητέρα του” μας υπογραμμίζει ως παρακαταθήκη συνειδητοποίησης τον μοναδικό ρόλο της φύσης στις δραστηριότητες του ανθρώπινου γένους και εναποθέτει σ’ εμάς και στις γενεές που μας ακολουθούν  το καθήκον να προσδιορίσουμε τα όρια της παρέμβασής μας.  

Σε ότι αφορά τις ενεργειακές πηγές θεωρούμε επιβεβλημένη την παρουσία ενός ισχυρού δημόσιου τομέα ο οποίος θα έχει τον έλεγχο των δικτύων, και πέραν των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών θα πρέπει να ωθεί προς τα κάτω τις τιμές ενέργειας και να ενισχύει τις επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία. Η δημιουργία μιας οικονομίας λιγότερο εξαρτημένης από τα ορυκτά καύσιμα  και με μικρότερες  περιβαλλοντικές επιπτώσεις  απαιτεί γερές επενδύσεις από τη μεριά του Κράτους δεδομένου ότι οι μεγάλες ενεργειακές και χημικές κλπ επιχειρήσεις (ιδίως ιδιωτικές)   έχουν ελάχιστο συμφέρον να επενδύσουν προς  αυτή την κατεύθυνση. Η αγορά σε αυτόν τον τομέα δεν προκαλεί τα γεγονότα, τα ακολουθεί προσαρμοζόμενο στις νέες καταστάσεις. Το πρωτόκολλο του Κιότο για των περιορισμό των εκπομπών του CO2 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ρυθμιστικής παρέμβασης του Δημοσίου. Από εδώ προκύπτει η οδηγία της Ε.Ε για  τα 20% (ΑΠΕ)-20% (εξοικονόμηση)- 20% (μείωση εκπομπών). 

Σήμερα στη χώρα μας λόγω της παρατεταμένης ύφεσης και της μείωσης της κατανάλωσης παρατηρείται ένας πλεονασμός της ισχύος παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο η επέκταση – λόγω των επιδοτήσεων – της παραγωγής από ΑΠΕ και η προώθηση της εξοικονόμησης προκαλεί μια ώθηση εκτός λειτουργίας των πιο παλιών, με μικρότερη απόδοση και ρυπογόνων εργοστασίων από ορυκτά καύσιμα. Γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να  ποντάρουμε σε μια  απλή επέκταση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ. Καθίσταται αναγκαία η επεξεργασία ενός ενεργειακού οδικού χάρτη  που προβλέπει  ένα πρόγραμμα κλεισίματος των πιο παλιών εργοστασίων και την πιθανή αντικατάσταση τους με νέα. Πρόκειται για ένα λεπτό θέμα δεδομένου ότι το κόστος αποξήλωσης ενός μεγάλου εργοστασίου είναι αρκετό ενώ σημαντικά ζητήματα σχετίζονται με την απορρόφηση της απασχόλησης..

Αυτό σημαίνει ότι η μετάβαση από ένα ενεργειακό σύστημα που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα προς ένα σύστημα που θα τροφοδοτείται   σε μεγαλύτερο ποσοστό από ΑΠΕ, δεν μπορεί να αφεθεί μόνο στο παιχνίδι  μεταξύ των επιδοτήσεων και της δράσης «των δυνάμεων της αγοράς», αλλά πρέπει να καθοδηγείται από ένα εθνικό ενεργειακό σχέδιο.

 

Τι κόμμα θέλουμε

Οφείλουμε να αφήσουμε στο παρελθόν την αντίληψη του κόμματος καθοδηγητή και  να συνομολογήσουμε την οικοδόμηση ενός κόμματος που εμπνέει αντί να επιβάλλει.

 Ιστορικά οι δομές οργάνωσης και των κομμάτων της Αριστεράς είναι συνυφασμένες με έναν τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας η οποία χαρακτηρίζεται από τη συγκέντρωση των κέντρων λήψης αποφάσεων και την πυραμιδοειδή οργάνωση τους. Στις σημερινές κοινωνίες η γνώση δεν είναι πλέον μονοπώλιο μιας μικρής πεφωτισμένης ελίτ, διαχέεται στο σύνολο των πολιτών με επιταχυνόμενους ρυθμούς καθώς οι νέες τεχνολογίες καθιστούν προσβάσιμες όχι μόνο της νέες μορφές γνώσης αλλά σιγά-σιγά και το σύνολο της παγκόσμιας πνευματικής, πολιτιστικής, επιστημονικής και τεχνολογικής κληρονομιάς.

Οφείλουμε να ανοίξουμε άμεσα μια συνολική συζήτηση για τη φύση, τη δομή και λειτουργία των πολιτικών υποκειμένων και τη σχέσης τους με την κοινωνία. Θέλουμε ένα κόμμα ανοικτό στην κοινωνία και στα ρεύματα ιδεών,  δημοκρατικό,  με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών για την προώθηση της διαφάνειας, της επικοινωνίας και του διαλόγου. Ένα κόμμα που θα ενθαρρύνει αντί να φοβάται τη διαφορετικότητα, θα μετεξελίσσεται το ίδιο από πυραμιδοειδής βαριά δομή σε νεωτερικό δίκτυο και  θα εμπνέεται από το πάθος των μελών του. Ένα κόμμα με φαντασία που θα μπορεί να προσελκύει νέους ανθρώπους. 

Η επιλογή της πολιτικής ως υψηλής προτεραιότητας δεν προκύπτει τυχαία.  Η οργάνωση της κοινωνίας, στο όνομα της οποίας υπάρχουν τα κόμματα,  περιλαμβάνει φιλοσοφικές προσεγγίσεις , επιλογές για το μέλλον της χώρας,  αλλά και για την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων οι οποίες υπερβαίνουν τα οπτικά πεδία των επιμέρους επιστημονικών και τεχνολογικών κλάδων.  Κανείς τεχνικός, κανείς ερευνητής, όσο σοφός και αν είναι δεν μπορεί να προσδιορίσει το μέλλον μιας κοινωνίας στο όνομα των επιμέρους αποτελεσμάτων της επιστήμης του.

Η πολιτική ασκείται εκεί όπου ζουν και εργάζονται οι πολίτες. Έχουμε ανάγκη από ένα κόμμα :

–Διάχυτο και ριζωμένο στο χώρο, προκειμένου να παράγει, συλλέγει,  και θέτει σε εφαρμογή γνώσεις για δημόσιες κινητοποιήσεις που στοχεύουν στην ικανοποίηση αναγκών και επιδιώξεων των πολιτών.

–Ανοικτό στη δημόσια αντιπαράθεση και σύγκριση με άλλες υποκειμενικότητες (κοινωνικές, κρατικές κλπ) 

–Ανοιχτό σε άτομα και συλλογικότητες.

–Διαχωρισμένο σε κάθε επίπεδο λειτουργίας του από τις οποιασδήποτε κρατικές δομές. Με άντληση πόρων από τα μέλη του και περιορισμό των κρατικών επιχορηγήσεων.  Με κατάλληλες μορφές εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου, και διαπνεόμενο από συγκεκριμένους κανόνες «για την ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής».

–Που θα σέβεται τους θεσμούς και θα επιδιώκει μια πραγματική και διαλεκτική σχέση μεταξύ κόμματος και εκλεγμένων στους θεσμούς.

Σε μια ιστορική φάση που προωθείται η ιδέα πως δεν υπάρχει κοινωνία, αλλά μόνο τα άτομα βυθισμένα στο «άγχος» του σήμερα που καθορίζουν την ταυτότητα τους από τη σχέση τους με την κατανάλωση και το χρήμα,  το μέλλον δεν προοιωνίζεται ευοίωνο.  Αν η Αριστερά δεν καταφέρει να συμβάλει στη διαμόρφωση νέων συλλογικοτήτων και να ριζώσει στα νέα κοινωνικά κινήματα κινδυνεύει να καταντήσει ένας εκλογικιστικός μηχανισμός ανίκανος να παρακολουθήσει τη δυναμική των εξελίξεων και τις νέες ιδέες που αναδύονται ταχύτατα.

Οι ψηφοφόροι μας στέλνουν στη Βουλή και στους άλλους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς  και εν τέλει αυτοί αποφασίζουν με την ψήφο τους. Αλλά δεν αποτελούν από μόνοι τους σημείο αναφοράς αν το κόμμα δεν καταφέρει να συνδεθεί οργανικά με τις κοινωνικές οργανώσεις προκειμένου να συμβάλει στην επίλυση προβλημάτων και στην ανάδειξη μιας νέας κουλτούρας. Απαιτείται μια ευρύτερη θεώρηση προκειμένου να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να παίρνουμε αποφάσεις μακράς πνοής που σχετίζονται με το κοινό μέλλον μας, να διαχειριζόμαστε συλλογικές ανάγκες και να ανιχνεύουμε εναλλακτικές λύσεις.  Διαφορετικά το πολιτικό κόμμα μεταμορφώνεται σε μια συναρμολόγηση ομάδων που αντιπροσωπεύουν εκλογικές συμμαχίες που στοχεύουν στην εκλογή στα θεσμικά όργανα χωρίς να είναι στην ουσία πολιτική δύναμη που οργανώνεται  για να επεξεργαστεί μέσα από τις σχέσεις με την κοινωνία, με τους πολίτες, μια θεώρηση, ένα συλλογικό σχέδιο, μια ιδέα για την κοινωνία που επιδιώκει.

Σε μια χώρα όπου η κοινωνία  αισθάνεται ότι αντιπροσωπεύεται  όλο και λιγότερο από το σημερινό πολιτικό σύστημα, η Δημοκρατική Αριστερά θα έχει  προοπτική αν συμβάλλει στην μεταρρύθμιση και καλυτέρευση της δημοκρατίας. Η οποία δεν διατρέχει τον μέγιστο κίνδυνο από  την Χ.Α. - ο οποίος βέβαια δεν πρέπει να υποτιμηθεί-  όσο από τη διάρρηξη του τρίπτυχου   “κοινωνία των πολιτών-  κόμματα -  θεσμοί”.

Ο απλός πολίτης, οι εργαζόμενοι, οι παραγωγοί με λίγα λόγια ο κόσμος αντιλαμβάνονται ότι είμαστε μια δύναμη ευθύνης αλλά δεν έχει ξεκάθαρο  αν πηγαίνουμε πιο δεξιά ή πιο αριστερά, και μπαίνει το ερώτημα προς τα πού πηγαίνουμε; Και αυτό το ρώτημα δεν μπορεί να καλυφτεί  από την συνήθη φράση «κυβερνώσα» αριστερά, ούτε βέβαια αρκεί γι’ αυτό ένας ηγέτης.  Για να δοθεί μια απάντηση που συναντά συναίνεση πρέπει να συμβάλλουμε ώστε να δοθεί ψυχή στη χώρα. Αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται να ριζώσουμε στην ιστορία της, στα προβλήματα της χωρίς να σβήνουμε το παρελθόν. Πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε την Δημ. Αρ. και προοπτικά την Αριστερά ένα «νέο εθνικό κόμμα».  Και για να επιτύχουμε κάτι παρόμοιο  πρέπει να ξεκινήσουμε από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα  και να ριζώσουμε στον κόσμο της εργασίας με την πλατιά έννοια) και του λαού, δεν φθάνουν από μόνα τους τα διάσπαρτα κοινωνικά στρώματα της κριτικής περίσκεψης.

Η αδυναμία μας να αποσαφηνίσουμε,  και να αποδεχθούμε, το νέο ρόλο του κόμματος στις σημερινές συνθήκες αντανακλάται και στις καθυστερήσεις διαμόρφωσης κουλτούρας και  συγκεκριμένων κανόνων εσωτερικής λειτουργίας. Το καταστατικό του κόμματος παραμένει στο επίπεδο των γενικών περιγραφών και η συζήτηση για την περαιτέρω επεξεργασία του μετατίθεται για το μέλλον. Δεν υπάρχει κανονισμός λειτουργίας της Εκτελεστικής Επιτροπή και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας  με αποτέλεσμα να υφίστανται αλληλοεπικαλύψεις και να λείπει η συστηματική ροή πληροφόρησης στο εσωτερικό του κόμματος. Η λειτουργία της Κεντρικής Επιτροπής και οι συνεδριάσεις της δεν καθορίζεται από σαφές πλαίσιο με αποτέλεσμα οι αποφάσεις της να αποτελούν συστηματικά έγκριση των εισηγήσεων του προέδρου. Αυτή η κατάσταση μεταφέρεται σε ολόκληρη την κλίμακα του κόμματος με αποτέλεσμα τα μέλη του να νιώθουν περιθωριοποιημένα από την λήψη των αποφάσεων. Εκ των  πραγμάτων τα παραπάνω δημιουργούν ευνοϊκό έδαφος για συμπεριφορές ηγετικών στελεχών οι οποίες ερμηνεύονται κατά το δοκούν. Έχει δε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της εικόνας μας και τη διαμόρφωση της άποψης στην κοινή γνώμη ότι παρά τις καλές προθέσεις μας, την κουλτούρα και την ευγένειά μας, είμαστε ένα κόμμα χωρίς πυξίδα.  Έχει δε ως παράπλευρη ενέργεια  την αποδυνάμωση των ενδιάμεσων μηχανισμών διαμόρφωσης πολιτικής και την μετάθεση υπέρμετρου βάρους στις πλάτες του προέδρου του κόμματός μας.

Εντέλει η Δημοκρατική Αριστερά απέχει πολύ από την διατυπωμένη ειλικρινή πρόθεση της να γίνει κόμμα των μελών της, ένα δημοκρατικό κόμμα του 21ου αιώνα.

 

Για μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία

Η πολιτική ζωή κινείται με ταχύτατους ρυθμούς. Απρόβλεπτες εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας ή σε Ευρωπαϊκό επίπεδο δεν μπορεί να αποκλειστούν. 

Ούτως ή άλλως την πρωτοκαθεδρία στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας παίρνουν η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και η μεταρρύθμιση του κράτους.  Πρόκειται για διαδικασίες με ορίζοντα δεκαετίας, διαδικασίες οι οποίες επανατοποθετούν τα ζητήματα του προγραμματικού λόγου, των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Είναι αυτονόητο ότι στην πορεία αυτή η Ν.Δ. δεν αποτελεί στρατηγικό μας εταίρο και το ΠΑΣΟΚ , το οποίο σήμερα ταυτίζεται με το σύνολο των συντηρητικών πολιτικών, θα περάσει από το καθαρτήριο του Δάντη πριν επανέλθει , αν επανέλθει, στην πολιτική επιφάνεια. 

Σε κάθε περίπτωση εμείς δεν πρόκειται να λειτουργήσουμε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για το πολιτικό προσωπικό του σοσιαλδημοκρατικού χώρου που επιμερίζεται σοβαρές ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση της χώρας. 

Η  Δημοκρατική Αριστερά οφείλει επίσης να κάνει μια σαφή διάκριση μεταξύ της στάσης ευθύνης που μας επιβάλει τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις ειδικών εθνικών συνθηκών   και της ανάγκης να εργαστεί για τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας η οποία προϋποθέτει τον μετασχηματισμό και την ουσιαστική σύγκλιση με το άλλο τμήμα της Αριστεράς. Κι αυτή θα είναι μια δύσκολη πορεία συγκρούσεων και συνεννοήσεων, συγκλίσεων και αποκλίσεων, συνθέσεων και  αντιπαραθέσεων. Μια πορεία στη διαδρομή της οποίας θα πρέπει να φέρουμε το μεγαλύτερο μέρος από τις δυνάμεις που συναποτελούν τον ΣΥΡΙΖΑ ενώπιος ενωπίω με την τοποθέτηση τους επί  συγκεκριμένων προβλημάτων της καθημερινότητας.

Φιλοδοξούμε να συναντηθούμε με τους πολίτες και τις συλλογικότητες του ευρύτερου χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της πολιτικής οικολογίας και τους ανένταχτους αριστερούς. Συνάντηση στην οποία δεν έχει θέση το πολιτικό προσωπικό που επιμερίζεται σοβαρές ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση της χώρας. Η  Δημοκρατική Αριστερά ήρθε στο πολιτικό προσκήνιο προκειμένου να δηλώσει το τέλος της μεταπολίτευσης και όχι τη διαιώνιση του τέλους της.

Στις παρούσες συνθήκες κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής κρίσης και κυρίως κρίσης αξιών και θεσμών, αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης της αδιαφορίας και του Θατσερικού γνωμικού “η κοινωνία δεν υπάρχει”, η Δημοκρατική Αριστερά κατανοεί βαθύτατα την ανάγκη μιας εθνικής συνεννόησης των πολιτικών και κοινωνικών  δυνάμεων στο όνομα των εθνικών προτεραιοτήτων. Προτεραιότητες οι οποίες όμως δεν είναι μονοσήμαντα καθορισμένες αλλά εκφράζουν συμβιβασμούς μεταξύ υπαρκτών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.  Για να είναι αποτελεσματική μια νέα εθνική συνεννόηση είναι απαραίτητη  η διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας, με σημαντική την παρουσία της Αριστεράς. 

Η αναστροφή της καταστροφικής πορείας της χώρας και η απαρχή διεξόδου από την πολυδιάστατη κρίση δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στην αύξηση της απασχόλησης και στις δυνάμεις που παράγουν, δημιουργούν, επινοούν, καινοτομούν και επιχειρούν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας αλληλεγγύης.

Η Δημοκρατική Αριστερά αποτελεί υπό τις σημερινές συνθήκες  τη σημαντικότερη εγγύηση για τη συγκρότηση του χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού και η  πολιτική της αυτονομία είναι αδιαπραγμάτευτη. Τα ηγετικά στελέχη του κόμματος οφείλουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της, στον προγραμματικό της λόγο και κυρίως εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της εργασίας.  

Κάθε προσπάθεια ρευστοποίησης του εγχειρήματος της Δημοκρατικής Αριστεράς θα μας βρει αντίθετους. Στις σημερινές συνθήκες η Δημοκρατική Αριστερά αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να εφευρεθεί. 

«Είμαστε η Αριστερά που επιδιώκει να εντάσσει τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες στη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, ειδικά μέσα στις συνθήκες της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης. Καθημερινή μας επιδίωξη η αντιπαλότητα στο νεοφιλελευθερισμό, η διεύρυνση της δημοκρατίας, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των ανέργων, των νέων, των γυναικών, των μεταναστών, η προστασία του περιβάλλοντος, η οικολογική ανάπτυξη, η δημοκρατική ολοκλήρωση και η προοδευτική ευρωπαϊκή πορεία» (Διακήρυξη αρχών Δημοκρατικής Αριστεράς 2010)    

                                                                                                         

 Τα  μέλη  της     Κεντρικής  Επιτροπής  :                                            

  Αγγέλου  Δημήτρης                           Λουκάς  Δημήτρης                                                      

 Ανδριοπούλου  Σοφία                       Λουκάς  Στάθης 

 Αρχοντάκης  Κώστας                        Μαργαρίτης Αντώνης

 Βλαχοπουλιώτη Άννυ                       Μαρκάκης   Δημήτρης                                                                                                

 Βλάχος  Μάρκος                                 Παπαδόπουλος  Παύλος

 Ζορκάδης Βαγγέλης                          Παπαθεοδωρόπουλος  Τάκης                    

 Κουταλιάνος  Θέμις                           Παππάς  Γιώργος  

 Κουτσοπίνης  Παναγιώτης              Σκοπούλης  Γιάννης

 Κουτσούνη  Σούλα                             Σταυρόπουλος Χρήστος

 Κριμπάς  Γιάννης                                Τσουκνίδας  Άρης

Κωλέτη  Χριστίνα                               Φωτεινός  Θράσος